Σχόλια για το προσχέδιο Βάγια

Στις 13/5 έγινε συνεδρίαση της επιτροπής προπτυχιακών σπουδών κατά την οποία κατατέθηκε πρόταση εκ μέρους του συντονιστή ώστε να ξεκινήσει η συζήτηση για τις αλλαγές του προγράμματος σπουδών στα τρία πρώτα έτη. Η λογική της εν λόγω πρότασης, σύμφωνα με τον συντονιστή της επιτροπής, είναι η μείωση των μαθημάτων και η μεταφορά μαθημάτων από τα μεγάλα εξάμηνα στα μικρά εξάμηνα ώστε ο φοιτητής να έρχεται άμεσα σε επαφή με την επιστήμη του μηχανικού.

Αφετηριακά, πρέπει μία ορθή προσέγγιση να ξεκινάει από τον σαφή ορισμό της γνώσης η οποία είναι απαραίτητη για έναν νέο μηχανικό με κοινωνικό και περιβαλλοντικό πρόσημο. Μέσα από αυτή την διαδικασία θα προκύψει και η απαιτούμενη ύλη διδασκαλίας η οποία θα αποκρυσταλλώνεται μετά από επιμερισμό σε τίτλους μαθημάτων. Μία λογική που μπαίνει και ορίζει πρώτα τίτλους μαθημάτων χωρίς να έχουν ορισθεί πρότινος με σαφήνεια οι γνώσεις οι οποίες είναι απαραίτητες είναι λανθασμένη. Επίσης με βάση την παραπάνω σκέψη στην πρόταση δεν αξιοποιείτε με κανένα τρόπο η πληροφορία η οποία συλλέχθηκε για τα μαθήματα από τους διδάσκοντες και από τους φοιτητές, πληροφορία η οποία είναι πολύτιμη καθότι περιλαμβάνει και συνοψίζει τις εμπειρίες, σε αρκετό βαθμό, όλων των εμπλεκόμενων επί σειρά ετών στην εκπαιδευτική διαδικασία.

Περαιτέρω η πρόταση φαίνεται να προσπαθεί να μιμηθεί το σύστημα της Μπολόνια με την κάθοδο σχεδόν όλων των τεχνικών μαθημάτων κορμού στα τρία πρώτα έτη. Κάτι τέτοιο θα δημιουργήσει μία σαφή διάκριση μεταξύ κατεύθυνσης και κορμού που δεν υπάρχει σήμερα και θα ακυρώσει στην ουσία τον ενιαίο χαρακτήρα του πτυχίου ακόμα και αν τυπικά αυτός θα ισχύει. Και αυτό γιατί όταν μιλάμε για ενιαίο πτυχίο μιλάμε για μία αλληλουχία γνώσης η οποία ξεκινάει από τις θεωρητικές βάσεις μαθηματικών και μηχανικής και καταλήγει στην εφαρμογή τους σε τεχνικά αντικείμενα του πολιτικού μηχανικού. Αυτή η σειρά μπορεί να εξασφαλίσει αφενός την ευρύτητα του αντικειμένου και αφετέρου το υπόβαθρο για την προσαρμογή στις εξελίξεις τις τεχνολογίας. Ακόμα η τόσο νωρίς εισαγωγή τεχνικών γνώσεων όπου οι φοιτητές είναι ανώριμοι να κατανοήσουν σε βάθος, αναπόφευκτα θα οδηγήσει σε πτώση του επίπεδου της παρεχόμενης γνώσης ώστε αυτοί να μπορούν να ανταπεξέλθουν. Μια τέτοια πτώση συνεπάγεται άμεσα σε υποβάθμιση του πτυχίου με ότι αυτό συνεπάγεται για τον μετέπειτα εργασιακό βίο του φοιτητή και έρχεται σε απόλυτη ευθυγράμμιση με το άνωθεν σύστημα το οποίο προτάσσει ως κυρίαρχο στόχο την κατάρτιση και την γρήγορη εισαγωγή στην αγορά εργασίας με τις ελάχιστες δυνατές γνώσεις, άρα και δικαιώματα, ως βέλτιστη λύση.

Όμως οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι πράγματι, η σημερινή κατάσταση στα δύο πρώτα έτη απομακρύνει τους φοιτητές από την σχολή, δεν τους δίνει την δυνατότητα να μεταβούν από την λυκειακή πραγματικότητα και τρόπο σκέψης σε αυτή του πανεπιστημίου και δεν τους φέρνει σε επαφή με τις εφαρμοσμένες πλευρές του αντικειμένου του πολιτικού μηχανικού. Αυτό όμως δεν λύνεται μετατρέποντας τα πρώτα χρόνια σε Bachelor ούτε εντατικοποιώντας το ωρολόγιο πρόγραμμα στο πρώτο έτος (στο προσχέδιο οι περισσότερες ώρες διδασκαλίας εμφανίζονται στο πρώτο εξάμηνο). Ακριβώς επειδή το πρόβλημα έχει πολλές συνιστώσες απαιτεί και πολύπλευρη προσέγγιση και λύση. Από την μία απαιτείται στο θεωρητικό κομμάτι μια ποιο εφαρμοσμένη προσέγγιση της διδασκαλίας με παραδείγματα και εξισώσεις από το επάγγελμα. Απαιτείται εισαγωγή εργαστηρίων για να γίνουν κατανοητά τα θέματα της θεωρητικής μηχανικής. Από την άλλη είναι αναγκαία η οργάνωση των μαθημάτων με υλικό αναρτημένο, θέματα, λυμένες ασκήσεις και επίβλεψη των εργασιών. Ακόμα για να εξυπηρετηθεί πράγματι ο ίδιος ο στόχος, δηλαδή ο φοιτητής να έρθει κοντά στην εφαρμογή, επιβάλλονται ισχυρές θεωρητικές γνώσεις μέσα από ένα στιβαρό κορμό ώστε να μπορεί να κατανοήσει αυτή.

Τέλος είναι σημαντικό να δούμε το εξής. Πρέπει να εξετάσουμε ποιοι είναι οι αρμόδιοι να αποφασίσουν για τις εν λόγω αλλαγές. Ποιοι πρέπει να εμπλέκονται σε αυτές τις διαδικασίες. Σε αυτό απαντάμε ρητά ότι μία διαδικασία η οποία δεν περιλαμβάνει και δεν σέβεται επίσημα και γραπτά τις αποφάσεις του φοιτητικούς συλλόγου όχι μόνο μας βρίσκει απέναντι αλλά είναι και καταδικασμένη να αποτύχει. Μία διαδικασία η οποία δεν θεωρεί όλους τους εμπλεκόμενους ισότιμους στερείται δημοκρατίας και ως τέτοια θα αντιμετωπίζεται. Ο μόνος εγγυητής της δημοκρατικότητας της διαδικασίας μπορεί και πρέπει να είναι ο φοιτητικός σύλλογος ο οποίος πρέπει να πιέσει και να διεκδικήσει ότι η φωνή του θα ακούγεται και θα γίνεται σεβαστή πάντοτε και όχι κατά περίπτωση.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s